Αράχνες στα πατζούρια μου, αράχνες στο ταβάνι , στα κάγκελα τα σκούρα μου, δεν πάει άλλο! Φτάνει ! Από Δευτέρα ξεκινώ , πάντα το βάζω στόχο, ξεπάστρεμα αληθινό, και πάντα λέω πως το ‘χω! Μα σαν δυο μέρες φύγουνε, σαν δυο νύχτες έρθουν, τα μάτια μου ανοίγουνε, σαν θα τις δω να πλέκουν ! Ιστούς κρεμάνε στο λεπτό, θέλουν να με ντροπιάσουν ! Δεν είν’ αυτό επιτρεπτό, όλες θα με δικάσουν! Κι η Μάρω η γειτόνισσα και η ξαδέρφη η πρώτη! Κι, αχ, πώς την ελησμόνησα; Κι η πεθερά του Φώτη
Νύχτα σηκώθηκα μεμιάς και τρέχω τουαλέτα! «Μα, τους Θεούς της γκαντεμιάς, ΣΩΣΕ ΜΕ, Νικολέτα!!!» «Μια κατσαρίδα τροφαντή σουλάτσο κάνει εμπρός μου, μαύρη, σου λέω, γκαραντί, έρχεται σαν εχθρός μου!» «Και σέρνει πίσω της σωρό, τους συγγενείς της όλους! Όχι, άλλο δε μακρηγορώ! Κάλεσε τους ενστόλους!» «Να έρθουν να ψεκάσουνε, έξω, παντού, και μέσα, προτού ξανά οργιάσουνε, αυτές δεν έχουν μπέσα!» «Και πριν ρωτήσεις να στο πω, είν’ ασφαλές, το ξέρω, για το παιδί και το μωρό, και το